Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Η αξιόπιστη (;) κ. Μπακογιάννη και ο κ. Σαμαράς του 15%.

Τρεις ειδήσεις χρήζουν κατά την άποψή μου ενδελεχούς ανάλυσης. Πρώτον, ότι το «βαθύ κράτος» ΠΑΣΟΚ (το παλαιοπασόκ με άλλα λόγια) αντιστέκεται στις σωρευτικές αλλαγές που επιχειρεί ο πρόεδρός του σε κόμμα και κυβέρνηση, γεγονός που ερμηνεύεται από διάφορους αναλυτές του Τύπου ως μήνυμα σε Ιπποκράτους, αλλά και Ρηγίλλης ότι οι ανατροπές πρέπει να είναι μικρές- μικρές για να γίνουν αποδεκτές. Δεύτερον, ότι στον σκληρό κομματικό πυρήνα έχει προβάδισμα ο κ. Σαμαράς, ενώ στο σύνολο των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας η κ. Μπακογιάννη. Τρίτον, ότι ο κ. Σαμαράς εμμένει σε μία σκληρή κομματική γλώσσα, ενώ η κ. Μπακογιάννη δηλώνει ότι αμά τη εκλογή της θα φέρει τα πάνω- κάτω στη Ρηγίλλης.

Όλες αυτές οι ειδήσεις μεταξύ τους σαφέστατα συνδέονται σε ένα κοινό ερώτημα που όλες ανεξαιρέτως θέτουν. Ως γνωστόν, τα δύο μεγάλα κόμματα μεταπολιτευτικά πορεύτηκαν με τα ίδια περίπου στεγανά, με τις ίδιες εσωστρεφείς ανασφάλειες, με παρεούλες, με αυλοκόλακες, με μονάρχες και δικτάτορες. Σήμερα, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι αυτό το μοντέλο κομματικής οργάνωσης είναι αναποτελεσματικό, συνεπεία των αναξιοκρατικών δομών που φέρουν συνήθως στο προσκήνιο τους ανίκανους αρεστούς και τους διεφθαρμένους συνένοχους. Είναι ως εκ τούτου και ζεστή φωλιά τα κόμματα για τα αυγά της διαφθοράς να πληθήνουν. Χωρίς κανόνες. Χωρίς συγκεκριμένες δομές που θα προωθούσαν στην ιεραρχία τους ικανούς και άξιους. Χωρίς κώδικα αξιών. Και τέλος, χωρίς έναν συνεκτικό δεσμό ιδεολογικό (με την έννοια του κοινού τρόπου επίτευξης ενός κοινού οράματος) παρά μόνο με το μάτι στραμμένο στην εξουσία σε κατάσταση φρενήρους βολβοστροφής, τα σημερινά κόμματα έτσι όπως τα γνωρίζαμε έχουν κάνει τον κύκλο τους. Έχουν προσφέρει στον τόπο, ό,τι είχαν και ασφαλώς έχουν πάψει να γενούν την όποια προσδοκία στον πολίτη.

Η νίκη του κ. Παπανδρέου στις πρόσφατες εκλογές σηματοδοτεί δύο συντριβές. Μία της Νέας Δημοκρατίας που αρνήθηκε να αλλάξει όταν είχε όλο το περιθώριο και απεριόριστη ανοχή. Αλλά, το σημαντικότερο και μία δεύτερη συντριβή του ΠΑΣΟΚ, του παλιού και ξεχαρβαλωμένου μηχανισμού που ακόνιζε τα δόντια του για τον κρατικό κορβανά. Η νεωτερικότητα ήλθε να αντιπαλέψει με τον παρωχυμένο βυζαντινισμό και ασφαλώς ο συντηρητισμός ανθίσταται στην όποια αλλαγή. Αν όμως τώρα, τον καιρό που ο. κ. Παπανδρέου έχει νωπή την εντολή και την νίκη δεν αποφασίσει να σπάσει τα αυγά, τότε πιθανότατα δεν θα το κάνει ποτέ. Αυτό άλλωστε απέδειξε και ο προκάτοχός του -δεν είχε βέβαια ούτως ή άλλως κανέναν τέτοιο στόχο- , που μπορεί να ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, αλλά μένει στην ιστορία ως ο πρωθυπουργός της αδράνειας, της διαφθοράς και του συντηρητισμού.

Αυτή λοιπόν η πραγματικότητα στο ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί παρά να αγγίζει και τη Νέα Δημοκρατία. Η κ. Μπακογιάννη έχει πιάσει τον σφυγμό όταν λέει ότι θα διαλύσει τη Ρηγίλλης. Το ερώτημα είναι αν διαθέτει την απαραίτητη δόση αξιοπιστίας για να την πιστέψουμε. Για παράδειγμα γιατί δεν προσπαθούσε να αλλάξει ό,τι περνούσε από το χέρι της όσο ήταν σε θέσεις ευθύνης; Πόσο αποτελεσματική υπήρξε στον Δήμο της Αθήνας; Πόσο άλλαξε το μοντέλο λειτουργίας του Δήμου και σε ποια κατεύθυνση; Πώς διάλεξε τους συμβούλους της στο Υπουργείο Εξωτερικών; Με ποια κριτήρια, πόσο αξιοκρατικά, πόσο ελεύθερα; Διάλεξε εκείνους που ήταν στον μηχανισμό και την παρέα της ή άνοιξε τις διαδικασίες και σε άλλους ικανούς πολίτες; Ποιες ήταν οι εισηγήσεις της στον τ. πρόεδρο να αλλάξει μυαλά και να σταματήσει να πολιτεύεται κλειστοφοβικά με διαγραφές και με έλλειμμα διαλόγου; Σε όλα αυτά λοιπόν, η κ. Μπακογιάννη δεν πείθει για την ώρα καθόλου.

Από την άλλη πλευρά, ο κ. Σαμαράς δίνει την εντύπωση φιγούρας που ξεπετάχτηκε από άλλες εποχές. Μία εκείνο το κλασικό πλέον ανέκδοτο της βραδιάς της ήττας «Η Νέα Δημοκρατία ποτέ δεν πεθαίνει» (τι εννοούσε άραγε ο ποιητής;), μια η μόνιμη επωδός του ότι η «Νέα Δημοκρατία πλήγωσε τους πολίτες» (ποια ήταν αυτή δεν μας λέγει, ούτε αν βάζει μέσα και τον εαυτό του που έλειψε κραυγαλέα από όλη την προεκλογική περίοδο μην θέλοντας προφανώς να συνδέσει την προσωπική του επιτυχία με την συλλογική αποτυχία), και από την άλλη αυτή η επιμονή του στην πατριδολατρεία (λες και ο άνθρωπος που μας στοίχισε μια μεγάλη εθνική αποτυχία το ’93, σαμποτάροντας μια συμφωνία που σήμερα θα προσευχόταν η όποια κυβέρνηση να την έχει στα χέρια της, είναι περισσότερα πατριώτης από εμάς τους υπόλοιπους!), μας κάνει να κατανοούμε πλέον ότι ο κ. Σαμαράς θεωρεί ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας από εδώ και στο εξής το 15% του σκληρού κομματικού της πυρήνα. Άλλωστε, ο κ. Σαμαράς γνώριζε ανέκαθεν πώς να κάνει το μεγάλο, μικρό και το όραμα, αυταπάτη…

Αν ο Γιώργος Παπανδρέου συνεχίσει χωρίς φόβο με αυτόν τον βηματισμό, τότε πολύ σύντομα στη Νέα Δημοκρατία ορισμένοι που σουφρώνουν την μύτη τους όταν τους ρωτούν αν ψάχνουν τον αντι- Παπανδρέου, θα χάσουν μόνιμα το χρώμα τους.


*To άρθρο αυτό δημοιεύτηκε σήμερα στη χώρα

1 σχόλιο:

SADEN είπε...

Επειδή δεν μου κάνει έκπληξη αυτά που γράφετε γιατί δεν μας λέτε ποιον θα θέλατε για αρχηγό στην Ν.Δ;